12/02/2026
ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΓΚΑΒΟΓΙΑΝΝΟΣ
Μια ιστορία απο την πλούσια λαογραφία των Δελφών που "μαγεύει" την γιορτή της αποκριάς μας..!
Πόση αλήθεια και πόση φαντασία περιέχει..;
Κανείς δεν θα το πεί..
----------------------------------
Όταν χτιζόταν το χωριό, οι Δελφοί, είχαν έρθει πολλοί μαστόροι για να χτίσουν τα νέα σπίτια, ανάμεσα σ' αυτούς ήταν κι ένας καλός τεχνίτης από ένα χωριό της Ηπείρου.
Το Γιάννη, που ήταν τυφλός από το ένα μάτι του, τον φώναζαν Γκαβόγιαννο και λένε πως ήταν και μάγος.
Όταν ήταν πανσέληνος, πήγαινε τα μεσάνυχτα στην πλατεία κ’ κουβέντιαζε με το φεγγάρι χειρονομώντας και βγάζοντας ακατάληπτες κραυγές. Όσοι χωρικοί τον είχαν δει τότε, έλεγαν πως το φεγγάρι κατέβαινε χαμηλά -πράγμα παράξενο- και έκαναν το σταυρό τους. Στο χωριό ήξεραν για τα μαγικά που έκανε και τον φοβόντουσαν.
Αυτός έφτιανε με άλλους μαστόρους το σπίτι του Ντεβερέ, όμως λογομάχησε μαζί του άσχημα γιατί δεν τον πλέρωσε όσα έκανε ο κόπος του και έφυγε αφού ούτε ο πρόεδρος ούτε ο παππάς του χωριού μπόρεσαν να τον βοηθήσουν. Αλλά πριν φύγει πήγε στο καφενείο του Τσούς που ήταν μαζεμένοι οι άντρες και έπαιζαν πρέφα, στάθηκε στο μέσον και τους είπε “ Εγώ φεύγω γιατί δε μου φερθήκατε καλά και με αδικήσατε και με σταναχωρέσατε αλλά εγώ θα σας εκδικηθώ. Κάρφωσα το χωριό σας στις τέσσερεις άκρες με παλούκια και δεν πρόκειται να ιδείτε προκοπή γιατί το χωριό θα είναι παλουκωμένο και καταραμένο και θα σας βρούνε μεγάλα κακά. Αν όμως κατορθώσετε και βρείτε τα παλούκια, τότε θα λυθούν τα μάγια”. Μετά πήρε τον μπόγο του και έφυγε αφήνοντας άφωνους τους χωριάτες.
Οι χωριανοί αλαφιάστηκαν και έλεγαν “ Δε θες να είναι αλήθεια αυτός μάγος και μας κάρφωσε και παλούκωσε το χωριό μας να μην ιδεί προκοπή; Πρέπει να βρούμε τα παλούκια, να λυθούν τα μάγια”. Και άρχισαν να ψάχνουν τις άκρες του χωριού.
Τη χρονιά εκείνη - θες από σύμπτωση... θες από το κακό μελέτημα...- οι περισσότερες γίδες μανάρες του χωριού που είχαν μαρκαλιστεί απόρριξαν και έμειναν στέρφες. Τα πιο πολλά νοικοκυριά στερήθηκαν το γάλα για τα παιδιά τους, τα κατσίκια για τον καπαμά τις Απόκριες και για τη σούβλα το Πάσχα. Γιατί συνήθως έκαναν δυο-τρία κατσικάκια, ήταν Μαλτέζες. Και τότε, μεγάλη οργή και κατάρες ξέσπασαν στο χωριό κατά του Γκαβόγιαννου.
Μετά από συμβούλιο στον καφενέ και ψάξιμο, ανακάλυψαν τα δύο από αυτά, ήταν μεγάλα από αγριελιά με τρείς χαλκάδες-δαχτυλίδια γύρω τους, και τα έριξαν στη Ζάλεσκα στον κάρκαρο, να τα πάρει το νερό μήπως και λυθούν τα μάγια. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια ό,τι κακό γινόταν στο χωριό, ανομβρία, αρρώστιες, σκοτωμοί, ακρίδες... τα έριχναν στα μάγια του Γκαβόγιαννου.
Μετά από χρόνια όταν άνοιγαν ένα πηγάδι στην άκρη του χωριού, δυτικά, δίπλα στα τελευταία σπίτια, μετά τα πρώτα σκαψίματα βρήκαν ένα μεγάλο παλούκι με τρείς χαλκάδες πάνω του. Το πήγαν στους δημογέροντες και οι γερόντοι είπαν πως είναι το τρίτο παλούκι του Γκαβόγιαννου.
Το τέταρτο παλούκι, παρόλο που ψάξανε ξανά και ξανά όλα εκείνα τα χρόνια δεν βρέθηκε ποτέ. Άραγε έχουν λυθεί τα μάγια με τα τρία που βρέθηκαν ή το χωριό είναι ακόμα καταραμένο ώσπου να βρεθεί το τέταρτο παλούκι; Ποιος το ξέρει!
Αυτά μου τα διηγούταν ο Διαμαντής Κουμπλής (Καμαρωτός) που ήταν φύλακας του Μουσείου και είχε ακούσει πολλές ιστορίες από τους παππούδες του παλιού καιρού.
* Μια άλλη διήγηση λέει πως εκτός από τον τσακωμό με τον Ντεβερέ για οικονομικούς λόγους , τον ίδιο καιρό τον Γκαβόγιαννο τον βρήκε και μια άλλη μεγάλη απογοήτευση από μια όμορφη Δελφιώτισσα, τη Μαριγώ, που όταν της εξομολογήθηκε τον έρωτά του αυτή τον περιγέλασε για το γκαβό του μάτι και τον έδιωξε.
Από τις λαογραφικές καταγραφές του Γιάννη Ν. Μπακούρου
Τίτλος βιβλίου “Κάτω από τις Φαιδριάδες”,
Εκδοση Δήμου Δελφών, 2004
* Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι του Θάνου Τσάκαλου.