Παρχάρια έτσι ονόμαζαν οι Έλληνες του Πόντου τα θερινά βοσκοτόπια που εκτείνονταν στα οροπέδια και τις πλαγιές των Ποντικών Άλπεων σε υψόμετρα από 1500 μέχρι και 2500 συνήθως. Η συνήθεια αυτή των Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας ήταν πανάρχαια αφού μας παραδίδεται ότι μέχρι και τα μέλη της Αυτοκρατορικής οικογένειας των Κομνηνών τους καλοκαιρινούς μήνες μετοίκιζαν στα αυτοκρατορικά θέρετρα της Ματσούκα
ς.
Οι διάσπαρτες καλύβες άλλες σκεπασμένες με λεπτό σανίδι (χαρτώματα) κι άλλες σκεπασμένες με χώμα αποτελούσαν το Οπάν, δηλαδή οικισμό. Οι καλύβες χτίζονταν σε μέρος του παρχαριού που είχε προστασία από τους άνεμους, και κρύο νερό(πεγάδ). Η κάθε καλύβα είχε στην αυλή περιτοίχισμα(τσιαβιρμάν), όπου συγκεντρώνονταν τα ζώα μετά την βοσκή. Στα παρχάρια έμεναν με καθορισμένη αμοιβή (βούτυρον, πασκιτάν κ.λ.π.), εκτός από τους τσοπάνους, και ορισμένες μεσήλικες γυναίκες, οι παρχαρομάνες ή παρχαρέτσες ή ρωμάνες, όπως τις έλεγαν, οι οποίες ήταν ειδικευμένες στη γαλακτοκομία. Την αμοιβή του τσοπάνου και της παρχαρέτσας τη θεωρούσαν ιερή υποχρέωση.
Η ζωή στα παρχάρια ηταν δύσκολη και κοπιαστική. Ο τσοπάνος και η ρωμάνα δεν είχαν ούτε στιγμή «καθισμο-νήν» (ξεκούραση). Βασικές ασχολίες στο παρχάρ’ ηταν: Βοσκή και περιποίηση των ζώων, άρμεγμα, βράσιμο του γάλακτος, πήξιμο και γιαούρτι, δρουβάνισμα για να βγάλουν το βούτυρο, να ετοιμάσουν το τυρί και το πασκιτάν. Εκτός από αυτές τις βαριές δουλειές, οι παρχαρέτ΄ αντιμετώπιζαν και κίνδυνους από καταιγίδες, από ληστείες, από επιθέσεις αγριμιών και από κατρακυλίσματα σε γκρεμούς.
Όλα αυτά τα προβλήματα τα αντιμετώπιζαν αγόγγυστα και κατόρθωναν έτσι να έχουν πολλά οικονομικά οφέλη. Τα ζώα στα παρχάρια είχαν τριπλάσια απόδοση σε γάλα και βούτυρο. Ακόμη, ο καθαρός αέρας, η αγνή φυσική τροφή και το ήσυχο περιβάλλον επιδρούσαν ευεργετικά και στους παρχαρέτες.
Σε ορισμένα παρχάρια, που ήταν πραγματικά παραθεριστικά κέντρα, υπήρχαν παρεκκλήσια που γιόρταζαν το καλοκαίρι. Σε αυτά γίνονταν μεγάλα πανηγύρια στα οποία έπαιρναν μέρος δεκάδες χωριά, από κοντινές και απομακρυσμένες περιοχές. Εκεί οι χωρικοί πουλούσαν τα προϊόντα τους και αγόραζαν άλλα αναγκαία για το νοικοκυριό τους.
Η επιστροφή από το παρχάρι έπαιρνε επίσης πανηγυρικό χαρακτήρα. Όλο το χωριό ήταν στο πόδι, για να υποδεχτεί τους παρχαρέτες. Η ζωή μακριά από τα αγαπημένα πρόσωπα δημιουργούσε έντονες νοσταλγίες.
“Εσύ έλα ας σο παρχάρ’, εγω ας σην ξενητείαν, τ’ ομμάτια μ’ εσκοτείνεψαν ας σην αροθυμίαν”.
Ο Προσφυγικός και απόδημος Ποντιακός Ελληνισμός πιστός πάντα στις παραδόσεις όπου και αν βρέθηκε δεν λησμόνησε ποτέ το ολοήμερο υπαίθριο πανηγύρι των Παρχαρίων του Πόντου. Το συναντούμε σ΄ όλες τις Ελληνικές κοινότητες των Πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών, σε πολλές περιοχές του Πόντου, στη Δυτική Ευρώπη αλλά και σε κάποιες περιοχές της Βορείου Ελλάδας (Άγιος Δημήτριος Κοζάνης, Κομνηνά Πτολεμαΐδας, Φίσκα Κιλκίς, Πάρνηθα Αττικής).
Η αναβίωση του πανηγυριού των Παρχαρίων στην καταπράσινη τοποθεσία Γέφυρα του Βοσκού, δίπλα στο Οχυρό της Νυμφαίας, ξεκίνησε το 2002 από το Σύλλογο Ποντιακής Νεολαίας Ν. Ροδόπης “Η Τραπεζούντα”. Σήμερα στην τοποθεσία αυτή χάριν στη αγαστή συνεργασία της τοπικής αυτοδιοίκησης και την καθοριστική συμβολή του προγράμματος Θησέας έχει δημιουργηθεί ένας πανέμορφος χώρος δασικής αναψυχής προσαρμοσμένος στις ανάγκες της εκδήλωσης Παρχάρια.
Οι εγκαταστάσεις φιλοξενούν κάθε χρόνο χιλιάδες κόσμου κατά την ημέρα του πανηγυριού αλλά και αρκετούς επισκέπτες τον υπόλοιπο χρόνο.
Η λιθόκτιστη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου χτισμένη πάνω σε ένα παρακείμενο βραχώδες ύψωμα δεσπόζει επιβλητικά στο χώρο όπου έλαβε χώρα η μάχη μεταξύ των επιτιθεμένων εκ Βουλγαρίας Γερμανικών στρατευμάτων και των ηρωικά αμυνόμενων Ελλήνων στρατιωτών του Φυλακίου του Οχυρού της Νυμφαίας.
Η δημιουργία ενός δασικού χωριού, με παραδοσιακά “πεγάδια” (Βρύσες), ξύλινα κρεμαστά γεφύρια, παραδοσιακές καλύβες και λιθόκτιστα σπίτια, εμπνευσμένο από τα αρχιτεκτονικά πρότυπα και τη ζωή των Παρχαρίων του Πόντου αποτελεί ένα από τους βασικότερους στόχους του Συλλόγου.
Αυτή η ιδιαίτερη εστία Μαυροθαλασσίτικου Ελληνικού Πολιτισμού, στην νότια Βαλκανική, θα αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν ακόμη πόλο έλξης της περιοχής δεδομένης και της εύκολης πρόσβασης που πολύ σύντομα θα επιτυγχάνεται δια του κάθετου οδικού άξονα Ελλάδας Βουλγαρίας.